Η άσκηση βοηθά τον οργανισμό σε πολλά συστήματα οργάνων του σώματος. Πολλοί ιατρικοί οργανισμοί προτρέπουν τον πληθυσμό να αθληθεί με σκοπό τη διατήρηση της υγείας και της ευεξίας του. Οι ευεργετικές επιδράσεις της άσκησης είναι ορατές στο καρδιαγγειακό και το μυοσκελετικό σύστημα.

Eδώ όμως πρέπει να διαχωρίσουμε τις ομάδες του πληθυσμού που, αναγνωρίζοντας τα οφέλη της άσκησης, ασκούνται περιστασιακά και κυρίως για ψυχαγωγία από αυτή των αθλητών που ασκούνται συστηματικά σε κάποιο ατομικό ή ομαδικό άθλημα κάνοντας οι περισσότεροι πρωταθλητισμό, έτσι ώστε το επίπεδο της άσκησης να είναι έντονο και οι ίδιοι να υφίστανται τόσο τα θετικά αλλά και τα αρνητικά που απορρέουν από την έντονη σωματική και ψυχική προσπάθεια. Σε γενικές γραμμές θα περίμενε κάποιος πως η άσκηση θα είχε μόνο ευεργετικά αποτελέσματα τόσο στην αύξηση του μυϊκού ιστού όσο και της οστικής πυκνότητας. Η πραγματικότητα όμως έχει διαψεύσει αυτή την τόσο λογικοφανή παρατήρηση.

Προσπαθώντας να διερευνήσουμε εάν αθλητές υψηλών επιδόσεων μπορεί να υφίστανται μείωση της οστικής τους πυκνότητας στο βαθμό της οστεοπενίας ή και της κλινικής οστεοπόρωσης, βασικός είναι ο διαχωρισμός τους ανάλογα με το φύλο. Στις μέρες μας, όπου ο αριθμός των γυναικών που συμμετέχουν  σε υψηλού επιπέδου αθλητισμό, άρα και σε μεγάλες σωματικές και ψυχικές επιβαρύνσεις, αυξάνεται, έχει περιγραφεί μια κατάσταση, κατ’άλλους σύνδρομο, γνωστή ως «τριάδα της αθλήτριας», η οποία περιλαμβάνει:

1) διατροφικές διαταραχές

2) διαταραχές της εμμήνου ρύσεως και

3) μείωση της οστικής πυκνότητας.

Όλα τα ανωτέρω προβλήματα έχουν άμεση εξάρτηση το ένα από το άλλο και χρειάζεται ιδιαίτερη ευαισθησία στον ειδικό πρώτης επαφής, γιατί συχνά η κατάσταση αυτή διαλάθει της προσοχής για μεγάλο χρονικό διάστημα και συχνά η αθλήτρια ζητά ιατρική βοήθεια για την αμηνόρροια ή για κατάγματα εκ κοπώσεως.

2892319_m

Κάταγμα κόπωσης στον αυχένα του μηριαίου σε αθλήτρια

Αρχική διαταραχή φαίνεται να είναι αυτή που σχετίζεται με την πρόσληψη τροφής. Τα ενεργειακά αποθέματα του οργανισμού είναι το ποσό της θερμιδικής πρόσληψης από την τροφή, μειωμένο κατά τη διάρκεια της άθλησης. Η ενέργεια που απομένει είναι απαραίτητη για την κάλυψη βασικών αναγκών του οργανισμού. Η υποθρεψία βλάπτει την ομοιόσταση των κυττάρων, τη θερμορύθμιση, τη σωματική ανάπτυξη και έχει αρνητική συνέπεια (διακοπή) στον άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-ωοθηκών με διαταραχές στην έκκριση GnRH, LH και FSH. Σαν συνέπεια όλων αυτών επέρχεται μείωση της παραγωγής οιστρογόνων, αμηνόρροια, μείωση της απορρόφησης του ασβεστίου και της εναπόθεσης οστού. Επίσης, υπάρχει μείωση και άλλων ορμονών όπως της λεπτίνης, υποδοχείς της οποίας έχουν βρεθεί στα υποθαλαμικά κέντρα και στο οστούν επηρεάζοντας την οστεοβλαστική δράση. Στις νεότερες αθλήτριες, το πρόβλημα εμφανίζεται ως οστική απώλεια και διαταραχή της αρχιτεκτονικής του οστού που προδιαθέτουν σε κατάγματα χαμηλής βίας ή κατάγματα εκ κοπώσεως λόγω αρνητικού επηρεασμού στην επίτευξη της κορυφαίας οστικής μάζας. Θα πρέπει να τονιστεί εδώ ότι η οιστρογονική ανεπάρκεια δεν μπορεί να εξηγήσει από μόνη της τη διαταραχή της οστικής παραγωγής. Σημαντικό ρόλο σε αυτό παίζει και η υποθρεψία λόγω πιθα νών διαταραχών ορμονών, όπως της κορτιζόλης και της λεπτίνης.

Τι συμβαίνει όμως με τους άνδρες αθλητές;

Από τη βιβλιογραφία είναι γνωστό ότι η αύξηση της οστικής πυκνότητας στους άνδρες αθλητές έχει σχέση με το είδος της άσκησης. Η άρση βαρών έχει μεγαλύτερο αναβολικό αποτέλεσμα τόσο στο φλοιώδες όσο και στο σπογγώδες οστό σε σύγκριση με το ποδόσφαιρο ή τους δρόμους αντοχής. Από την άλλη η φυσική δραστηριότητα αυξάνει την οστική πυκνότητα στους σπονδύλους. Περιστατικά ανδρών αθλητών με χαμηλή BMD είναι ελάχιστα στη βιβλιογραφία και κυρίως περιγράφουν χαμηλής βίας κατάγματα ή κατάγματα εκ κοπώσεως. Γενικά, εντάσσονται στα πλαίσια της δευτεροπαθούς οστεοπόρωσης με ορμονολογικά κυρίως αίτια. Έχει βρεθεί ότι τα επίπεδα τεστοστερόνης σε αθλητές δρόμου αντοχής είναι μειωμένα χωρίς αυτό όμως να φαίνεται με τα μέχρι τώρα δεδομένα να έχει επίδραση στην παραγωγή οστού. Αυτό που φαίνεται να σχετίζεται με τη μείωση της οστικής μάζας είναι το ενεργειακό έλλειμμα που παρατηρείται σε βαριά ασκούμενους αθλητές. Η υποθρεψία αυτή έχει επίδραση στην παραγωγή και τη συγκέντρωση στον ορό των αθλητών παραγόντων που επιδρούν ευοδοτικά στην παραγωγή οστού (IGF-1). Μελέτες έχουν δείξει μείωση του ΡΙΝΡ, οστεοκαλσίνης και IGF-1 σε δρομείς αντοχής που η θερμιδική τους κάλυψη ήταν μειωμένη κατά το 50% των αναγκών τους.

Η χαμηλή οστική μάζα σε αθλητές, κυρίως σε γυναίκες με τη μορφή του συνδρόμου της αθλητικής τριάδας είναι ένα υπαρκτό πρόβλημα που χρειάζεται την ευαισθητοποίηση όσων ασχολούνται με τον αθλητισμό.Πολλές εθνικές αθλητικές επιτροπές έχουν χαράξει guidelines για την ανάδειξη και την περαιτέρω παρακολούθηση τέτοιων περιστατικών.

Παραθέτουμε οδηγίες του Βρετανικού Ολυμπιακού Ινστιτούτου για την ανάδειξη αθλητών με οστεοπόρωση/οστεοπενία:

1) Ένα κάταγμα εκ κοπώσεως χωρίς διαταραχή της εμμήνου ρύσεως δεν μπορεί να σχετιστεί με χαμηλή οστική πυκνότητα και άρα δε χρειάζεται μέτρηση με τη μέθοδο DEXA.

2) Σε αθλήτριες, μέτρηση με τη μέθοδο DEXA απαιτείται στις παρακάτω περιπτώσεις:

α) αμηνόρροια για 6 μήνες και πάνω

β) δυο ή παραπάνω επεισόδια αμηνόρροιας

γ) ένα κάταγμα εκ κοπώσεως με ιστορικό ή παρουσία αμηνόρροιας (ολιγομηνόρροιας) ή ιστορικό καθυστερημένης εμμηναρχής (άνω των 17 ετών)

δ) κατάγματα εκ κοπώσεως σε διαφορετικά σημεία του σκελετού

ε) καθυστερημένη πώρωση των καταγμάτων πέρα των 6 εβδομάδων

στ) σχετική ένδειξη για μέτρηση με τη μέθοδο DEXA αποτελούν οι αθλήτριες με φυσιολογική έμμηνο ρύση και ΒΜΙ μικρότερο του 18

3) Αθλήτριες με δευτεροπαθή αμηνόρροια (τρεις έως έξι μήνες) και αθλήτριες με ολιγομηνόρροια (κύκλος μεγαλύτερος των 35 ημερών) για πάνω από έξι έως εννέα

μήνες πρέπει να ελέγχονται ορμονολογικά.

4) Το αποτέλεσμα της αμηνόρροιας στην οστική πυκνότητα είναι πιθανώς αναστρέψιμο εντός έξι μηνών.

5) Οι αιτίες της οστεοπόρωσης στους αθλητές είναι λιγότερο ξεκάθαρες, όπως και η σχέση της με τα κατάγματα εκ κοπώσεως. Κάταγμα εκ κοπώσεως δε χρειάζεται διερεύνηση, εκτός και αν υπάρχουν ενδείξεις χαμηλής συγκέντρωσης ορμονών του φύλου π.χ. διαταραχές στύσης. Ορμονολογικός έλεγχος πρέπει να γίνεται σε περιπτώσεις δυο ή περισσοτέρων καταγμάτων εκ κοπώσεως ή όταν δεν υπάρχουν κλινικές ενδείξεις χαμηλής συγκέντρωσης ορμονών του φύλου.

6) Η οστεοπόρωση στους αφρο-καραϊβικής καταγωγής αθλητές είναι λιγότερο συχνή.

7) Υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις για την αποτελεσματικότητα των αντισυλληπτικών χαπιών στην προστασία της οστικής πυκνότητας.

 

Πηγή : Info Orthopaedics

Share this: